ἔδομαι

ἔδω
eat
fut ind mid 1st sg (epic)
ἔδω
eat
pres ind mp 1st sg (epic)
ἐσθίω
eat
fut ind mid 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Conjugaisons Du Grec Ancien — Contrairement aux usages en vigueur dans les autres articles de Wikipédia, les termes grecs ne seront pas translittérés. Cet article s adresse en effet à des lecteurs sachant déjà lire le grec. Le système de conjugaisons du grec ancien est rendu… …   Wikipédia en Français

  • Conjugaisons du grec ancien — Contrairement aux usages en vigueur dans les autres articles de Wikipédia, les termes grecs ne seront pas translittérés. Cet article s adresse en effet à des lecteurs sachant déjà lire le grec. Le système de conjugaisons du grec ancien est rendu… …   Wikipédia en Français

  • Grec (conjugaison) — Conjugaisons du grec ancien Contrairement aux usages en vigueur dans les autres articles de Wikipédia, les termes grecs ne seront pas translittérés. Cet article s adresse en effet à des lecteurs sachant déjà lire le grec. Le système de… …   Wikipédia en Français

  • έδω — ἔδω (Α) 1. τρώω 2. καταναλώνω, σπαταλώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Η ρίζα *ed «τρώω», στην οποία ανάγεται το ρήμα, εμφανίζεται κυρίως στο επικό απαρμφ. έδμεναι ενός αρχαίου αθέματου ενεστ., καθώς και στην υποτακτ. σε θέση μέλλοντος έδομαι (πρβλ. χεττ. ed mi «τρώω» …   Dictionary of Greek

  • ανέδεστος — ἀνέδεστος, ον [έδομαι] ο μη φαγώσιμος …   Dictionary of Greek

  • πίνω — ΝΜΑ, αιολ. τ. πώνω Α 1. εισάγω στο στομάχι υγρό από το στόμα 2. (με ειδική σημ.) καταναλώνω κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά (α. «αυτός πίνει πολύ» β. «οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν», Πλάτ.) 3. μτφ. απορροφώ, ρουφώ, τραβώ (α. «το φαΐ ήπιε όλο το… …   Dictionary of Greek

  • πύματος — άτη, ον, Α 1. έσχατος, τελευταίος (α. «πυμάτας ὤτρυνε φάλαγγας», Ομ. Ιλ. β. «οὖτιν ἐγὼ πύματον ἔδομαι», Ομ. Οδ.) 2. ο τελείως εξωτερικός, εξώτατος 3. αυτός που βρίσκεται στην κορυφή ή στην άκρη («ῥινὸς ὕπερ πυμάτης» πάνω από τη ρίζα τής μύτης, Ομ …   Dictionary of Greek

  • φάγομαι — και σπάν. ενεργ τ. φάγω Α τρώγω («πρόσελθε ὦδε καὶ φάγεσαι τῶν ἄρτων», ΠΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. Μέλλ. σχηματισμένος από τον αόρ. β φαγεῖν τού ρ. ἐσθίω «τρώγω» αναλογικά προς τους τ. ἔδομαι, πίομαι] …   Dictionary of Greek

  • ՈՒՏԵՄ — (կերայ կամ կերի, կե՛ր. ն. եւ կր. ուտի, ուտիցի, կերիցի. կերաւ, իբր կերեալ եղեւ.) NBH 2 0557 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 12c, 13c, 14c (լծ. յն. լտ. էտօ, կամ է՛տօմե ). ἕδω , մանաւանդ ἕδομαι, φάγω, φάγομαι edo, comedo τρώγω …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ed- (*heĝh-) —     ed (*heĝh )     English meaning: to eat, *tooth     Note: From an older root (*heĝh ) derived Root ed (*heĝh ): “to eat, *tooth” and Root ĝembh , ĝm̥bh : “to bite; tooth”     Deutsche Übersetzung: “essen”     Note: originally athematic,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.